Πριν από λίγες μέρες συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννηση της μεγάλης ελληνίστριας Ζακλίν ντε Ρομιγί. Η παγκοσμίου φήμης φιλόλογος υπήρξε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του 21ου αιώνα στο χώρο της αρχαιοελληνικής φιλολογίας και διετέλεσε η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια στο College de France και η δεύτερη γυναίκα που ανακηρύχθηκε ισόβιο μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Εκτός από τη θητεία της ως καθηγήτρια στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της Γαλλίας, τιμήθηκε με πολλά βραβεία και το 1995 πήρε την ελληνική υπηκοότητα. Στο έργο της ενσαρκώνει μια ουμανιστική αντίληψη του πολιτισμού, με ιδιαίτερη προσήλωση στην πεποίθηση ότι η μελέτη της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού αποτελεί εκπαίδευση στην κατανόηση της ελευθερίας του ατόμου και στην δημοκρατία. Αυτή ακριβώς την αντίληψη εκφράζει και σε συνέντευξή της, υπέργηρη πια, το 2004. Σας την παραθέτουμε πιστεύοντας ότι αξίζει να την διαβάσετε για να λύσετε, μεταξύ άλλων, τη συχνή απορία "τι μας χρησιμεύουν τα αρχαία ελληνικά".
Μελετώντας
τις αρχαίες γλώσσες ανακαλύπτουμε τις σύγχρονες ιδέες
Έκκληση
βοήθειας για τη διάσωση των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών απευθύνει η
Γαλλίδα ακαδημαϊκός, διεθνώς αναγνωρισμένη ειδήμων του ελληνικού κόσμου, Ζακλίν
ντε Ρομιγί, καθώς τα τελευταία χρόνια, με αποφάσεις του υπουργείου Παιδείας
συρρικνώνονται οι τάξεις και οι διαθέσιμες ώρες διδασκαλίας των δύο αυτών
αρχαίων γλωσσών στα γαλλικά Λύκεια. Αν και προβληματισμένη για τις επιπτώσεις, δεν υποχωρεί μπροστά στη
δυσμενή κατάσταση. Έχει θέση στόχο για το υπόλοιπο του βίου της, όπως
αποκαλύπτει στο λογοτεχνικό περιοδικό «Λιρ»,
να ακυρώσει τα νέα προγράμματα του υπουργείου όσον αφορά τον περιορισμό της διδασκαλίας
των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών αλλά και να αντιστρέψει την επικρατούσα
άποψη της «μη χρησιμότητας» της μελέτης αυτών των γλωσσών. Όμως ο σκοπός αυτός
δεν είναι καινούργιος, όπως άλλωστε και το πρόβλημα. Η 91χρονη ελληνίστρια, η
οποία στη χώρα μας είναι ήδη γνωστή από τα 27 έργα της που έχουν μεταφραστεί
στη γλώσσα μας, εδώ και πολλά χρόνια ασχολείται με την Ένωση Διαφύλαξης Λογοτεχνικών
Μαθημάτων, ενώ έχει δημιουργήσει την ιστοσελίδα www.sel.asso.fr όπου καλούνται να υπογράψουν όσοι επιθυμούν
τη διατήρηση διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών: «Το θέμα
είναι μεγάλο, αφορά το μέλλον του πολιτισμού μας» τονίζει, και επιρρίπτει στην
ιδεολογία της χρηστικότητας στην κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στην εκπαίδευση,
και κατά συνέπεια στις επιλογές των διευθυντών εκπαίδευσης και των μαθητών:
«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ζούμε στην εποχή του υλισμού: αν δεν μπορούμε να
αντλήσουμε από κάτι άμεσο κέρδος –ακόμη κι αν στο μέλλον θα είναι μεγαλύτερο-
τότε δεν αξίζει τον κόπο ν΄ασχοληθούμε μ΄αυτό. Ανοίγουμε το ραδιόφωνο κι ακούμε
τα νέα απ΄το Χρηματιστήριο ή τις αθλητικές επιδόσεις… Η εποχή μας λατρεύει την αποδοτικότητα, την
άμεση επιτυχία και δεν θέτει παρά δύο ερωτήματα: Σε τι χρησιμεύει; Τι κερδίζω;»
«Ας
θυμηθούμε πως και οι δύο γλώσσες συνδέονται στενά με τα γαλλικά: είναι το
σημείο εκκίνησης της γλώσσας και του πολιτισμού μας. Είναι οι ρίζες μας.
Χρησιμεύουν, και μάλιστα πάρα πολύ, γιατί η προσπάθεια εκμάθησης αυτών των
γλωσσών απαιτεί μεγάλη προσοχή, υποχρεώνοντας έτσι τους νέους μαθητές να
παρατηρούν από κοντά τις λέξεις και να καταλαβαίνουν τη λειτουργία της
γραμματικής, να χρησιμοποιούν την κρίση τους για να μάθουν αν υπάρχει νόημα σε
μια φράση, να καταλάβουν γιατί έκαναν λάθος… Εν συντομία, είναι μια εξαιρετική
άσκηση για να μάθουν τη γαλλική γλώσσα και για
την εξάσκηση του κριτικού πνεύματος. Το πρόβλημα είναι πως οι μαθητές
σπανίως αντιλαμβάνονται αυτά τα οφέλη, αφού δεν είναι πάντα άμεσα. Ο άλλος
λόγος χρησιμότητας της εκμάθησης αυτών τω γλωσσών είναι τα κείμενα, ο πολιτισμός,
το θαύμα της επαφής… Ανακαλύπτουμε, μελετώντας αυτές τις γλώσσες, το αρχικό
σημείο των κυριότερων σύγχρονων ιδεών. Ισχύει για τη δημοκρατία, για την οποία
μιλούμε πολύ αυτήν την εποχή, αλλά και για όλες τις λέξεις που σήμερα
προσδιορίζουν τις μεγάλες αρχές και τις μεγάλες αξίες της καθημερινότητας:
αυτές οι λέξεις προέρχονται από τα ελληνικά, από όπου μπορούμε να τις μελετήσουμε
και να τις κατανοήσουμε στην όλη τους απλότητα. Όμως, το κυριότερο είναι ότι οι
Έλληνες διηγούνταν μέσα από τους ήρωες και τους μύθους τους συγκεκριμένα πράγματα,
που οι νέοι μαθητές μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα από τον καθένα. Είναι το
αλφαβητάρι των αξιών σε μια πολύ συγκεκριμένη μορφή (ιστοριών ή μύθων), ανοικτή
σε όλον τον κόσμο, πέρα από περιορισμούς και δυσκολίες. Τα Λατινικά και τα
Ελληνικά προωθούν την πνευματική μόρφωση. Δίνουν στους νέους ανθρώπους τα μέσα
να σκεφτούν και να αισθανθούν. Αν καταργηθεί η διδασκαλία τους, οι νέοι θα
αποκοπούν από το παρελθόν τους –κάτι που έχει ήδη αρχίσει να γίνεται».
-Από πού αντλείτε τόση ενέργεια γι΄αυτό τον
αγώνα;
«Δεν
είμαι αγωνίστρια, αλλά πεισμένη! Η πεποίθηση μου δίνει μεγάλη δύναμη. Είμαι
τυφλή εδώ και έξι χρόνια. Ζω μόνη, χωρίς παιδιά και χωρίς οικογένεια. Έχω
λοιπόν όλο τον καιρό για ν΄ασχοληθώ με αυτόν τον αγώνα, αφού δεν μπορώ πια ούτε
να γράψω ούτε να ξαναδιαβάσω τους αγαπημένους μου Έλληνες».
-Γιατί οι 'Eλληνες έγραφαν τόσο δυνατά και
ωραία κείμενα; Πως γεννήθηκε αυτή η λογοτεχνία;
«Το
να γράφεις σ΄αυτή την εποχή ήταν ολόκληρη ιστορία! Ήταν δύσκολο, άβολο, οι
περισσότεροι άνθρωποι δεν διάβαζαν αλλά
διέθεταν πολύ καλή μνήμη. Οι Έλληνες, λοιπόν, έγραφαν προσεκτικά γιατί
διαισθάνονταν πως ήταν μια σημαντική πράξη. Οι Έλληνες ήταν υπερήφανοι για ό,τι
έκαναν και για ό,τι ανακάλυπταν. Εμείς είμαστε, χωρίς αμφιβολία, πολύ
λιγότερο».
-Τι απαντάτε σ΄ εκείνους που θεωρούν πως
αυτός ο αγώνας για τη διάσωση των Λατινικών και των Αρχαίων Ελληνικών είναι
ένας αγώνας παρελθοντολογικός;
«Είναι
παράλογο, φυσικά δεν θέλουμε να γυρίσουμε στο παρελθόν. Ούτε στην Αθήνα, ούτε
στη Ρώμη! Ούτε σε κανέναν αρχαίο τρόπο σκέψης, λες και δεν υπήρξε πρόοδος μετά!
Αυτό που θέλουμε, μέσα από τη διδασκαλία αυτών των γλωσσών, είναι να ξαναβρούμε
την εσωτερική ορμή, την απλότητα και την αφύπνιση».
Στην
ερώτηση του δημοσιογράφου γιατί δεν έχει γράψει τη βιογραφία της, η Ζακλίν ντε
Ρομιγί απαντά πως η ζωή της δεν αφορά τους άλλους, οι οποίοι συνήθως ενδιαφέρονται
για τις συναντήσεις των αυτοβιογραφούμενων με άλλα πρόσωπα. Άλλωστε, όπως
επισημαίνει, στη ζωή της πιο συχνά συναντήθηκε με τον Περικλή και τον Αισχύλο
παρά με τους συγχρόνους της. Οι αρχαίοι Έλληνες «γεμίζουν τη ζωή της από το
πρωί μέχρι το βράδυ» λέει και συνεχίζει: «Μου αρέσουν οι ανθρώπινες επαφές, η
διδασκαλία, η Ακαδημία, αλλά πραγματικά ευτυχής γίνομαι όταν μου διαβάζουν μια
σελίδα ελληνικών».
- Ενδιαφέρεστε
λοιπόν για την Ιστορία αλλά όχι για τη δική σας ιστορία;
«Δεν ενδιαφέρομαι για την Ιστορία
αλλά για τη Λογοτεχνία. Η διαφορά είναι ουσιώδης. Πρόσφατα ένας συνάδελφός μου
της Ακαδημίας εξεπλάγη όταν του είπα πως δεν αγαπούσα την Ιστορία, παρά μόνο
στο μέτρο που εξηγούσε τη λογοτεχνία. Μου απάντησε πως αυτός δεν ενδιαφερόταν
για τη Λογοτεχνία παρά μόνο ως
ντοκουμέντο για τον ιστορικό…
Είναι δύο αντίθετες απόψεις, κι εγώ
έχω επιλέξει το στρατόπεδό μου. Αυτό που με κάνει να αγανακτώ περισσότερο είναι
αυτή η κοινωνιολογική και ανθρωπολογική θεώρηση η οποία πρεσβεύει πως από τη
μελέτη του ελληνικού πολιτισμού πρέπει να στεκόμαστε στην ύπαρξη της δουλείας,
στην αδύναμη θέση που κατείχαν οι γυναίκες κ.λπ. Αυτή η προσέγγιση είναι
περιοριστική και δεν προσφέρει κανένα όφελος. Αυτό που παραμένει ακόμα ζωντανό
στην αρχαία Ελλάδα είναι η λογοτεχνία».
-Πως
ορίζετε αυτήν την «κάποια ιδέα για την Ελλάδα» που έχετε από τη νεανική σας
ηλικία;
«Θα έλεγα πως βλέπω την Ελλάδα μ΄έναν
ιδιαίτερο τρόπο. Βλέπω την επινοητικότητα, που είναι ακόμα και σήμερα παρούσα
και γόνιμη. Η Ελλάδα εφηύρε την Ιστορία, τη δημοκρατία, την έννοια του τραγικού
και της ομορφιάς, τη φιλοσοφία, τη δικαιοσύνη… θεωρώ πως το γεγονός,
παραδείγματος χάριν, της εμφάνισης πολλών συγγραμμάτων για τον Όμηρο και την
ακριβή πορεία του Οδυσσέα αναδεικνύει μια υγιή περιέργεια, αλλά πρέπει να
ομολογήσω πως μου είναι αδιάφορο. Αυτό που με συγκινεί είναι το ίδιο το έργο».
-Ποια
είναι η ελληνική ιδέα που σας γοητεύει περισσότερο, ακόμη σήμερα;
«Ασχολήθηκα με τόσες ώστε δεν μπορώ
να απομονώσω μία! Ανάλογα με την ημέρα, άλλοτε είναι αυτή της δικαιοσύνης, του
νόμου, της ηπιότητας (στην οποία αφιέρωσα ένα μεγάλο βιβλίο)… Αλλά αν έπρεπε
οπωσδήποτε να επιλέξω μία απ΄όλες, θα ήταν η έννοια του ανθρώπινου. Όλα τα
ελληνικά κείμενα μιλούν για τον άνθρωπο και βασίζουν τις αρετές στην εξής ιδέα:
«Είμαι άνθρωπος όπως κι αυτός, και θα μπορούσε να μου συμβεί το ίδιο». Είναι η
φράση που λέει ο Οδυσσέας όταν η Αθηνά του προτείνει να παρακολουθήσει το χαμό
του εχθρού του Αίαντα, και ο Οδυσσέας αρνείται. Σκεφτόταν: «Δεν θέλω να τον δω
γιατί ξέρω πως είμαι άνθρωπος όπως κι εκείνος και μια τέτοια δυστυχία μπορεί να
συμβεί κάποια μέρα και σε μένα». Εδώ, δεν πρόκειται για απόδοση συγγνώμης αλλά
για την έννοια του ανθρώπινου».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου